Donate
ΑΛΕΞΗΣ ΚΑΡΠΟΥΖΟΣ - ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

Η ΑΒΥΣΣΟΣ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ - ΑΛΕΞΗΣ ΚΑΡΠΟΥΖΟΣ

alexis_karpouzos23/05/26 07:2914

Η Αβυσσαλέα Ποιητικότητα του Ονείρου και το Χάος ως Αρχέγονη Σπείρα

Το Πεπερασμένο της Ερμηνείας ως Ορίζοντας

Η ερμηνεία του ονείρου μπορεί να φτάσει μέχρι κάποιου σημείου, δείχνει δηλαδή το ριζικά πεπερασμένο του ερμηνευτικού εγχειρήματος. Και αυτό δεν είναι τυχαίο, ούτε αποτελεί αποτυχία ή έλλειψη ικανότητας εκ μέρους του ερμηνεύοντος υποκειμένου. Είναι, αντίθετα, μια ανακάλυψη, ίσως η πιο ριζική από όσες μπορεί να κάνει η ανθρώπινη σκέψη στρεφόμενη προς τον εαυτό της: ότι ο ίδιος ο ορίζοντας της ερμηνείας είναι πεπερασμένος, όχι ως συμπτωματικό χαρακτηριστικό, αλλά ως συστατικό στοιχείο της ίδιας της ερμηνευτικής κίνησης. Η ερμηνεία δεν αποκαλύπτει ένα προ-υπάρχον νόημα που βρισκόταν εκεί, ήδη σχηματισμένο, ήδη κρυμμένο, αναμένοντας απλώς να αποκαλυφθεί — δεν είναι αρχαιολογία του πνεύματος. Είναι μάλλον μια κίνηση που δημιουργεί εκ νέου αυτό που ερμηνεύει, το μεταμορφώνει και μεταμορφώνεται από αυτό, σε μια αμοιβαιότητα χωρίς αρχή και χωρίς τέλος.

Αυτό που ονομάζουμε πεπερασμένο του ερμηνευτικού εγχειρήματος δεν είναι, επομένως, ένα εξωτερικό όριο που η ερμηνεία συναντά τυχαία στην πορεία της, αλλά ένα εσωτερικό σύνορο που η ίδια φέρει μέσα της ως τον τρόπο της ύπαρξής της. Κάθε ερμηνεία, ακόμα και η πιο διεισδυτική, η πιο λεπτή, η πιο ευαίσθητη, αφήνει πάντα ένα υπόλοιπο, ένα σκοτάδι που δεν φωτίζεται, ένα βάθος που δεν φτάνει. Και αυτό το υπόλοιπο δεν είναι απλώς αυτό που δεν ερμηνεύτηκε ακόμα, αυτό που μια επόμενη ερμηνεία ίσως αποκαλύψει — είναι αυτό που είναι ριζικά ανερμήνευτο, που εκφεύγει από κάθε ερμηνεία ως η ίδια του η συνθήκη ύπαρξης.

Το Χάος: Τοπολογία μιας Πρωταρχικής Αδυναμίας

Το όνειρο ξεπηδά από το χάος του ασυνείδητου ή και του Κόσμου — και ποια η σχέση τους; Αλλά για ποιο χάος μιλάμε; Της μυθολογίας, της ποίησης, της φιλοσοφίας, ή εκείνο που μελετά η επιστήμη και προσπαθεί να αντιμετωπίσει η τεχνική, οι οποίες αποτελούν ταξινομήσεις — μιας δομής χαοτικής ή ήδη ταξινομημένης; Αναφερόμαστε στην αστραπή της αβύσσου, τον κόσμο δηλαδή, ή στο χάος που μάς περιβάλλει και μάς διαπερνά; Αυτές οι ερωτήσεις δεν είναι απλές ερωτήσεις. Είναι ίχνη μιας σκέψης που προσπαθεί να πλησιάσει κάτι που της εκφεύγει κατ' ουσίαν, κάτι που δεν μπορεί να το συλλάβει παρά μόνο εκ πλαγίου, παρά μόνο ρίχνοντας στο σκοτάδι μια ερώτηση και ακούγοντας αν επιστρέφει κάποια ηχώ — διαφορετική, μεταμορφωμένη, αγνώριστη.

Μπορούμε να πούμε ότι όλες αυτές οι ερωτήσεις έχουν ένα κοινό, αλλά μετέωρο και αθέατο κέντρο, ενώ διαφέρουν όσον αφορά τις κατευθύνσεις που προσανατολίζονται. Το χάος της μυθολογίας είναι το χάσμα από το οποίο αναδύθηκαν οι θεοί και ο κόσμος, μια πρωταρχική κατάσταση που δεν προηγείται χρονικά της τάξης, αλλά συνυπάρχει μαζί της ως η αθέατη βάση της. Το χάος της ποίησης είναι η γλώσσα πριν τη γλώσσα, ο ήχος πριν τη λέξη, η εικόνα πριν τη σημασία — εκεί όπου το λεγόμενο και το αλεγόμενο συνυπάρχουν σε μια ριζική αδιαφορία. Το χάος της φιλοσοφίας είναι η απορία, η θεμελιώδης αβεβαιότητα που προηγείται κάθε βεβαιότητας και κάθε συστήματος, το αναπόφευκτο ερώτημα που ανατρέπει κάθε απάντηση.

Η επιστήμη και η τεχνική, αντίθετα, αντιμετωπίζουν το χάος ως πρόβλημα που πρέπει να λυθεί, ως ανεπάρκεια γνώσης που πρέπει να αναπληρωθεί, ως ακαταστασία που πρέπει να οργανωθεί. Και σε αυτή τους την κίνηση, δημιουργούν ταξινομήσεις — δομές που επιβάλλουν στο χάος μια φαινομενική τάξη, μια φαινομενική συνοχή. Αλλά αυτές οι ταξινομήσεις είναι πάντα ταξινομήσεις ενός χάους που ήδη δεν είναι χάος, ενός χάους που ήδη έχει υποστεί μια πρωταρχική μεταμόρφωση από την ίδια τη σκέψη που επιχειρεί να το κατανοήσει. Το χάος που μελετά η επιστήμη δεν είναι το πρωταρχικό χάος — είναι ήδη ένα χάος ερμηνευμένο, ήδη ένα χάος κατοικημένο από τη σκέψη.

Αν το χάος είναι το πρωταρχικό χάσμα από το οποίο αναδύθηκαν όλα, και αν κατοικούμε το χάος που είναι μέσα μας, τότε σε αυτή την περίπτωση μιλάμε για το χάος ενώ είμαστε ήδη ρυθμισμένοι από τον κόσμο που είναι ρυθμισμένος. Υπάρχει εδώ μια ριζική κυκλικότητα που δεν μπορεί να παρακαμφθεί: η σκέψη που σκέφτεται το χάος είναι ήδη μια σκέψη εντεταγμένη σε έναν κόσμο, σε μια γλώσσα, σε μια παράδοση, σε μια ιστορία. Δεν υπάρχει σκέψη που να ξεκινάει από το μηδέν, που να βρίσκεται πριν από κάθε προ-κατανόηση, που να κατοικεί στο χάος πριν κατοικηθεί από τον κόσμο.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το χάος είναι μια φαντασίωση, μια κατασκευή της σκέψης χωρίς αντίκρισμα στην πραγματικότητα. Σημαίνει, αντίθετα, ότι το χάος είναι πάντα ήδη μεταμορφωμένο, πάντα ήδη κατοικημένο, πάντα ήδη ερμηνευμένο — και ότι αυτή η μεταμόρφωση, αυτή η κατοίκηση, αυτή η ερμηνεία δεν είναι μια δευτερογενής πράξη που επιβάλλεται σε ένα πρωταρχικό χάος, αλλά είναι ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίο το χάος υπάρχει για τη σκέψη.

Ο Κόσμος ως Αναπόφευκτα Ερμηνευμένο Γίγνεσθαι

Ο κόσμος είναι αναπόφευκτα ερμηνευμένος, δηλαδή μεταμορφωμένος, χωρίς να υπάρχει ή να έχει υπάρξει μια κατάσταση ή ένα γίγνεσθαι αυθεντικό και αμετάβλητο. Αυτή η πρόταση, που φαινομενικά μπορεί να φανεί ως απλή υπενθύμιση της ερμηνευτικής σχετικότητας, κρύβει μέσα της μια πολύ βαθύτερη και πιο ριζική συνέπεια. Δεν λέει απλώς ότι κάθε άνθρωπος ερμηνεύει τον κόσμο με τον δικό του τρόπο, ότι δεν υπάρχει μια μοναδική και οριστική ερμηνεία. Λέει κάτι πολύ πιο θεμελιακό: ότι δεν υπάρχει κόσμος πριν την ερμηνεία, ότι ο κόσμος είναι ο τόπος όπου η ερμηνεία κατοικεί, ότι χωρίς ερμηνεία δεν υπάρχει κόσμος αλλά μόνο το αδιαφοροποίητο χάος της ύλης.

Και αν δεν υπήρξε ποτέ ένας κόσμος αμετάβλητος, αυθεντικός, πριν από κάθε ερμηνεία — τότε τι είναι ο κόσμος; Είναι η συσσώρευση όλων των ερμηνειών που τον δημιούργησαν, ο τόπος όπου όλες αυτές οι ερμηνείες συναντώνται, αλληλεπιδρούν, συγκρούονται, συμφωνούν και διαφωνούν. Ο κόσμος είναι ένα πεδίο ερμηνευτικής δυναμικής, μια αέναη κίνηση μεταμόρφωσης χωρίς αρχή και χωρίς τέλος, χωρίς ένα πρωταρχικό σημείο αναφοράς από το οποίο μπορούμε να μετρήσουμε τις αποκλίσεις.

Η ερμηνεία μεταμορφώνει και θέτει υπό ερώτηση, γίνεται η ίδια ερώτηση αυτού που δεν είναι, αλλά ξετυλίγεται ως χρόνος. Αυτή η τελευταία φράση απαιτεί προσοχή: η ερμηνεία δεν είναι ένα αντικείμενο, μια σταθερή δομή, ένα σύστημα. Είναι μια κίνηση, ένα γίγνεσθαι, ένα ξετύλιγμα. Και αυτό το ξετύλιγμα συμπίπτει με τον χρόνο — όχι με τον χρόνο ως γραμμική διαδοχή στιγμών, αλλά με τον χρόνο ως τον τρόπο με τον οποίο το είναι γίνεται, μεταμορφώνεται, εκτείνεται πέρα από τον εαυτό του χωρίς ποτέ να τον εγκαταλείπει πλήρως.

Η Προσωρινότητα των Ερμηνειών και η Αρχέγονη Σπείρα

Όλες οι ερμηνείες είναι προσωρινά καταλύματα που θα γίνουν ερείπια, ενώ μια άλλη ερμηνεία αναμένει τον χρόνο της για να γίνει ο τόπος και η στιγμή του κόσμου, και η οποία με τη σειρά της θα οδηγηθεί στον όλεθρο. Υπάρχει σε αυτή τη διατύπωση κάτι ηρακλείτειο: το πάντα ρει, η αδιάκοπη ροή της μεταβολής, η αναγκαιότητα της φθοράς ως συνθήκη της ανανέωσης. Αλλά είναι κάτι διαφορετικό από τον Ηράκλειτο. Δεν πρόκειται για τον νόμο του ανταγωνισμού μεταξύ αντίθετων δυνάμεων, αλλά για κάτι βαθύτερο: για την αναγνώριση ότι κάθε ερμηνεία φέρει μέσα της τον σπόρο της δικής της καταστροφής, ότι η ίδια η συγκρότησή της είναι ήδη αρχή της αποσύνθεσής της.

Σε τι συνίσταται αυτή η αναγκαιότητα της φθοράς; Κάθε ερμηνεία, για να είναι ερμηνεία, πρέπει να ορίζει, να χαράσσει σύνορα, να αποκλείει κάτι. Αλλά αυτό που αποκλείεται δεν εξαφανίζεται — παραμένει ως εκείνο που δεν ειπώθηκε, ως η σιωπή κάτω από τα λόγια, ως η σκιά κάτω από το φως. Και αυτή η σιωπή, αυτή η σκιά, αυτό το αποκλεισμένο, συσσωρεύεται, πιέζει, ζητά να ειπωθεί — μέχρι που η ερμηνεία δεν αντέχει πλέον, σπάει, γίνεται ερείπιο. Και από τα ερείπιά της αναδύεται μια νέα ερμηνεία, η οποία θα ειπεί αυτό που η προηγούμενη δεν είπε — αλλά θα αποκλείσει με τη σειρά της κάτι άλλο, και η κίνηση επαναλαμβάνεται άπειρα.

Όλα όσα είναι και γίνονται, δίχως να διακρίνεται το είναι από το γίγνεσθαι, δεν είναι ποτέ πλήρη και ακέραια. Μέσα στην έλλειψη και τη στέρηση χαράζουν ένα σημάδι στην αρχέγονη σπείρα του κόσμου που επαναλαμβάνεται διαφοροποιημένα. Η έλλειψη εδώ δεν είναι απλώς απουσία — είναι η ίδια η κινητήρια δύναμη του γίγνεσθαι. Αυτό που δεν είναι πλήρες κινείται προς κάτι, επιδιώκει κάτι, τείνει προς κάτι — χωρίς ποτέ να φτάσει σε αυτό, χωρίς ποτέ να αναπληρωθεί πλήρως. Και σε αυτή την αδυναμία πλήρωσης, σε αυτή τη διαρκή και ποτέ οριστική κίνηση, συνίσταται ο τρόπος με τον οποίο ο κόσμος υπάρχει: ως αρχέγονη σπείρα που επαναλαμβάνεται διαφοροποιημένα, που δεν επιστρέφει ποτέ στο ίδιο σημείο, που ανοίγει πάντα σε κάτι ελαφρώς διαφορετικό, ελαφρώς αγνώριστο.

Το Όνειρο ως Εκδήλωση του Ριζικά Ανοίκειου

Το όνειρο, η εκδήλωση του ριζικά ανοίκειου, αυτού που δεν μπορεί να θεματοποιηθεί, η άνευ υποκειμένου Ανοιχτότητα, όπου δεν υπάρχει εγώ, αιτιότητα, τοπικότητα, γραμμικός χρόνος και δυαδικές αντιθέσεις-διακρίσεις. Στο όνειρο όλα επικοινωνούν στιγμιαία και ακαριαία σε έναν τόπο μη τοπολογικό και σε έναν χρόνο μη χρονολογικό.

Τι σημαίνει ανοίκειο; Σημαίνει αυτό που δεν έχει οίκο, αυτό που δεν κατοικεί πουθενά, αυτό που δεν ανήκει σε κανένα τόπο και σε κανένα χρόνο. Αλλά το ανοίκειο δεν είναι απλώς ξένο — είναι εκείνο το ξένο που έχει μια ανατριχιαστική οικειότητα, εκείνο που αναγνωρίζουμε χωρίς να μπορούμε να εξηγήσουμε πώς το αναγνωρίζουμε, εκείνο που μάς αγγίζει σε ένα βάθος που δεν έχει τοπογραφία. Το όνειρο είναι ανοίκειο με αυτή την ακριβή έννοια: μάς φέρνει αντιμέτωπους με κάτι που αναγνωρίζουμε ως δικό μας, αλλά που δεν μπορούμε να ονομάσουμε, που δεν μπορούμε να εντάξουμε στη συνήθη τάξη του κόσμου μας.

Η άνευ υποκειμένου Ανοιχτότητα του ονείρου είναι αυτό που καθιστά το όνειρο ριζικά διαφορετικό από κάθε άλλη εμπειρία. Στην εγρήγορση, υπάρχει πάντα ένα υποκείμενο που βιώνει, που αντιλαμβάνεται, που σκέφτεται — ένα κέντρο αναφοράς γύρω από το οποίο οργανώνεται ο κόσμος. Στο όνειρο, αυτό το κέντρο διαλύεται. Δεν υπάρχει ένα σταθερό εγώ που βλέπει το όνειρο — υπάρχει μόνο το ίδιο το όνειρο, η ίδια η εμπειρία χωρίς εμπειρούμενο, το ίδιο το γεγονός χωρίς υποκείμενο που να το φέρει. Και σε αυτή την απουσία υποκειμένου, κάτι άλλο ανοίγει: μια χωρίς υποκείμενο παρουσία, μια χωρίς εγώ ανοιχτότητα, ένας τόπος όπου τα πάντα επικοινωνούν χωρίς διαμεσολαβητή.

Στο όνειρο δεν υπάρχει αιτιότητα — τα γεγονότα δεν ακολουθούν το ένα το άλλο σε αιτιατή σειρά, δεν υπάρχουν αίτια και αποτελέσματα που να ερμηνεύονται με τους νόμους της λογικής. Δεν υπάρχει τοπικότητα — τα γεγονότα δεν συμβαίνουν σε συγκεκριμένο χώρο με μετρήσιμες αποστάσεις και συντεταγμένες. Δεν υπάρχει γραμμικός χρόνος — το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον συνυπάρχουν σε μια ταυτόχρονη πολλαπλότητα, χωρίς να υπάρχει διαφορά μεταξύ του πριν και του μετά. Δεν υπάρχουν δυαδικές αντιθέσεις — το ένα και το άλλο, το ίδιο και το ξένο, το ζωντανό και το νεκρό, το φυσικό και το υπερφυσικό συνυπάρχουν χωρίς αντίφαση, χωρίς αποκλεισμό.

Σε έναν τόπο μη τοπολογικό και σε έναν χρόνο μη χρονολογικό — αυτή η διπλή άρνηση είναι ριζική. Δεν λέει απλώς ότι ο τόπος και ο χρόνος του ονείρου είναι διαφορετικοί από τον τόπο και τον χρόνο της εγρήγορσης. Λέει ότι το όνειρο κατοικεί σε μια διάσταση που δεν μπορεί να χαρακτηριστεί με τις κατηγορίες του τόπου και του χρόνου — μια διάσταση που βρίσκεται πριν από αυτές τις κατηγορίες, που αποτελεί το πεδίο από το οποίο αυτές αναδύονται.

Από την Άβυσσο του Μηδενός: το Μη Χαοτικό Χάος

Αυτό δείχνει ότι από ένα αρχαϊκό βάραθρο, από την άβυσσο του μηδενός, αναδύεται το μη χαοτικό χάος της κοσμικής ποιητικότητας, οι απροσδόκητοι, αδιανόητοι και απεριόριστοι ορίζοντες της ψυχής, τα θαύματα και τα πλήγματά της, τα οποία επιστρέφουν σε αυτό και το μεταμορφώνουν, και μεταμορφώνονται. Η έκφραση «μη χαοτικό χάος» είναι παραδοξολογία, αλλά μια παραδοξολογία που σκόπιμα αντιστέκεται σε κάθε εύκολη κατανόηση. Δεν πρόκειται για απλή αντίφαση — πρόκειται για μια προσπάθεια να ειπωθεί κάτι που δεν μπορεί να ειπωθεί άλλως: ότι η κοσμική ποιητικότητα είναι ταυτόχρονα χαοτική και μη χαοτική, ότι δεν ανήκει σε καμία από τις δύο κατηγορίες, ότι υπερβαίνει τη διάκριση μεταξύ τάξης και χάους.

Η κοσμική ποιητικότητα είναι μη χαοτική γιατί έχει μια εσωτερική συνοχή, μια εσωτερική λογική, μια εσωτερική ομορφιά — αλλά αυτή η συνοχή, αυτή η λογική, αυτή η ομορφιά δεν είναι η τάξη του λόγου, δεν είναι η τάξη της επιστήμης, δεν είναι η τάξη της καθημερινής εμπειρίας. Είναι η τάξη του ονείρου, η τάξη της ποίησης, η τάξη της μυθολογίας — μια τάξη που μπορεί να συγκεντρώνει στοιχεία που η λογική ξεχωρίζει, που μπορεί να συνδέει ό, τι η λογική αποκλείει, που μπορεί να βλέπει σχέσεις όπου η λογική βλέπει μόνο χάος. Και ταυτόχρονα είναι χαοτική, γιατί δεν ακολουθεί κανένα εξωτερικό νόμο, γιατί δεν μπορεί να προβλεφθεί, γιατί ανατρέπει κάθε βεβαιότητα, γιατί εκπλήσσει πάντα.

Τα θαύματα και τα πλήγματα της ψυχής — αυτή η σύζευξη είναι επίσης σημαντική. Η ψυχή δεν γνωρίζει μόνο θαύματα — γνωρίζει και πλήγματα, τραύματα, σκοτεινές αβύσσους. Και αυτά τα πλήγματα δεν είναι αντίθετα των θαυμάτων — είναι η άλλη όψη τους, η σκιά τους, αυτό χωρίς το οποίο τα θαύματα δεν θα ήταν θαύματα. Η ψυχή, στη βαθύτερη εκδήλωσή της, στο όνειρο, κινείται ανάμεσα σε θαύματα και πλήγματα, και αυτή η κίνηση είναι η ίδια η ζωή της — όχι πορεία προς κάτι, αλλά η ίδια η πορεία ως κατοίκηση.

Η Σφαίρα του Αυτού: Το Σύνολο όλων των Συνόλων

Στο όνειρο συνομιλούν το Αυτό, ως ριζικό φαντασιακό της ύπαρξης, και το κοσμικό Αυτό, ως ριζική απροσδιοριστία από την οποία αναδύεται το ριζικό φαντασιακό, το οποίο ανανεώνει τη ριζική απροσδιοριστία του κοσμικού Αυτού. Η διπλή αυτή κίνηση — αναδύεσθαι και ανανεώνειν — συγκροτεί τον πυρήνα αυτής της κοσμολογίας του ονείρου. Το φαντασιακό δεν είναι εδώ ψευδαίσθηση ή κατασκευή χωρίς αντίκρισμα — είναι η πιο ριζική δυνατότητα της ψυχής να δημιουργεί εκ νέου τον κόσμο, να τον ανοίγει σε νέες διαστάσεις, να τον μεταμορφώνει. Και αυτό το ριζικό φαντασιακό αναδύεται από μια ακόμα πιο ριζική απροσδιοριστία — το κοσμικό Αυτό — και επιστρέφει σε αυτήν ανανεωμένο, εμπλουτισμένο, μεταμορφωμένο.

Αυτό, η Σφαίρα, συνιστά ένα κατηγόρημα που δεν μπορεί να κατηγοριοποιηθεί με τον «εαυτό του» και ως εκ τούτου δεν αποτελεί ένα ορίσιμο σύνολο, δεν σχηματίζει μια ολότητα. Αντίθετα, Αυτό «είναι» το Σύνολο όλων των Συνόλων, ανοικτό στην αρχέγονη σπείρα του Χρόνου και στις απεριόριστες μεταμορφώσεις του.

Η αναφορά στο «Σύνολο όλων των Συνόλων» παραπέμπει στη μαθηματική έννοια του Georg Cantor, αλλά και στον Ράσελ, ο οποίος έδειξε ότι αυτή η έννοια οδηγεί σε παράδοξο. Το Σύνολο όλων των Συνόλων δεν μπορεί να είναι ένα σύνολο — γιατί αν ήταν, θα έπρεπε να ανήκει ή να μην ανήκει στον εαυτό του, και κάθε απάντηση οδηγεί σε αντίφαση. Αυτό «είναι», επομένως, κάτι που δεν μπορεί να υπάρξει στο εσωτερικό της λογικής των συνόλων — κάτι που την υπερβαίνει, που βρίσκεται εκτός της δικαιοδοσίας της. Και αυτή η υπέρβαση δεν είναι μια αδυναμία — είναι η συνθήκη δυνατότητας του Αυτού ως Σφαίρας: του να είναι ανοικτό, απεριόριστο, αδύνατο να ορισθεί και να κλειστεί.

Ανοικτό στην αρχέγονη σπείρα του Χρόνου — και αυτό είναι ίσως η πιο σημαντική διευκρίνιση. Η σπείρα δεν είναι κύκλος. Ο κύκλος επιστρέφει στο ίδιο σημείο — η σπείρα επιστρέφει στο αντίστοιχο σημείο, αλλά σε διαφορετικό επίπεδο, σε διαφορετικό βάθος ή ύψος. Η αρχέγονη σπείρα του Χρόνου είναι επομένως η κίνηση μιας επανάληψης που δεν επαναλαμβάνει ποτέ το ίδιο, μιας επιστροφής που δεν επιστρέφει ποτέ εκεί που ξεκίνησε. Και το Αυτό, ανοικτό σε αυτή τη σπείρα, δεν είναι κλειστό στην ταυτότητά του — μεταμορφώνεται με κάθε στροφή της σπείρας, γίνεται άλλο, ανανεώνεται, χωρίς ποτέ να χάνει αυτό που είναι και χωρίς ποτέ να παραμένει ίδιο.

Author

Mary!
alexis_karpouzos
Comment
Share

Building solidarity beyond borders. Everybody can contribute

Syg.ma is a community-run multilingual media platform and translocal archive.
Since 2014, researchers, artists, collectives, and cultural institutions have been publishing their work here

About